Θεσσαλονίκη -“Ιθάκη”: Πολύτιμη παρακαταθήκη το βιβλίο, απολύτως επίκαιρο το μήνυμά του
Για το πολιτικό αποτύπωμα του βιβλίου του Αλ.Τσίπρα Ιθάκη μίλησαν κατά την παρουσίαση στην Θεσσαλονίκη οι : Αντώνης Σαουλίδης, Κωνσταντίνα Σπυροπούλου, Αρης Στυλιανού, Διονύσης Τεμπονέρας και Κώστας Τούμπουρος. Την παρουσίαση συντόνισε η Φαίη Κοκκινοπούλου.
Αντώνης Σαουλίδης Νομικός
«Θα ξεκινήσω με κάτι απλό και απολύτως ειλικρινές.
Η παρουσίαση ενός βιβλίου είναι από μόνη της τιμητική.
Όταν μάλιστα σε καλεί να μιλήσεις για το βιβλίο του ένας πρώην Πρωθυπουργός, όπως ο Αλέξης Τσίπρας, η τιμή αυτή αποκτά και ένα πολιτικό περιεχόμενο.
Και αυτό, εν μέρει, απαντά στο γιατί βρίσκομαι σήμερα εδώ.
Όμως θέλω να μιλάω τη γλώσσα της αλήθειας.
Και η αλήθεια είναι ότι βρίσκομαι σήμερα μαζί σας σε αυτή την αίθουσα, ανήμερα της ονομαστικής μου γιορτής, με αφορμή αυτό το βιβλίο, για να συζητήσουμε κάτι άλλο. Κάτι πιο βαθύ. Κάτι πιο μεγάλο.
Όχι για το βιβλίο καθαυτό.
Αλλά για τα θέματα που φέρνει ξανά στην επικαιρότητα αυτό το βιβλίο.»
Η δεκαπενταετία που μας σημάδεψε
«Ας μην κρυβόμαστε.
Η προηγούμενη δεκαπενταετία ήταν μια δεκαπενταετία δύσκολη για την Ελλάδα.
Μια δεκαπενταετία από την οποία βγήκαμε τραυματισμένοι.
Τραυματισμένοι οικονομικά.
Τραυματισμένοι κοινωνικά.
Τραυματισμένοι αξιακά.
Και κυρίως τραυματισμένοι γιατί δεν φαίνεται –ακόμη– να έχουμε ξεπεράσει τις δομικές αιτίες και τις παθογένειες που μας οδήγησαν στην πόρτα της χρεοκοπίας.
Και αυτό, αν θέλετε, είναι το μεγαλύτερο δυστύχημα από όλα.»
Αν υπάρχει κάτι που μας έμαθε αυτή η πορεία των τελευταίων δεκαετιών, είναι ότι τίποτα ουσιαστικό δεν κατακτήθηκε από έναν μόνο χώρο, από ένα μόνο κόμμα, από μία μόνο γενιά.
Μνήμη, όχι λήθη – υπέρβαση, όχι ανακύκλωση
«Γι’ αυτό και καλούμαστε να σκεφτούμε αυτή τη δεκαπενταετία όχι με όρους λήθης.
Δεν πρέπει να ξεχάσουμε τι μας οδήγησε σε αυτή την περιπέτεια.
Ποιες ήταν οι επιλογές. Τα λάθη. Οι παραλείψεις.
Πρέπει να τα θυμόμαστε όλα.
Από την άλλη όμως, αν κάτι οφείλουμε να παραμερίσουμε, είναι το αναμάσημα των παλιών διαχωρισμών.
Όχι γιατί πρέπει να ξεχάσουμε.
Αλλά γιατί πρέπει να προχωρήσουμε ή γιατί θέλουμε να προχωρήσουμε
Η γενιά που δεν μας χρωστά τις διαμάχες μας
«Δεν έχει σήμερα κανένα απολύτως νόημα και συναισθηματική αξία για τα παιδιά που γεννήθηκαν το 2005, το 2010, το 2015 – για τα παιδιά που μεγαλώνουν σήμερα – οι πολιτικές συγκρούσεις του παρελθόντος.
Αυτή η γενιά δεν ζητά εξηγήσεις για το παρελθόν.
Ζητά απαντήσεις για το μέλλον. Αναζητά προοπτική
Και αυτό μας φέρνει στα πραγματικά ερωτήματα.»
Ποια Ελλάδα θέλουμε;
«Ποια θα είναι η Ελλάδα του 2030;
Ποια θα είναι η Ελλάδα του 2035;
Και πριν απ’ όλα:
Αυτή η Ελλάδα που διαμορφώνεται σήμερα, μας αρέσει; Είναι η Ελλάδα που μας εκφράζει?
Είμαστε ικανοποιημένοι;
Εγώ πιστεύω –και νομίζω μαζί με το 75% του ελληνικού λαού– πως όχι.
Δεν μας αρέσει.»
Η Ελλάδα των ανισοτήτων
«Η Ελλάδα που διαμορφώνεται είναι μια Ελλάδα των ανισοτήτων.
Μια Ελλάδα εγκλωβισμένη σε ένα παραγωγικό μοντέλο χαμηλών προσδοκιών.
Μια κοινωνία που παραιτείται από κεντρικές πολιτικές και κοινωνικές επιδιώξεις.
Μια κοινωνία όπου οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι,
οι φτωχοί φτωχότεροι,
τα ολιγοπώλια ισχυρότερα, η μεσαία τάξη πιέζεται μέχρι ασφυξίας
και τα δημόσια αγαθά όλο και πιο σπάνια.»
Και εδώ ας το πούμε καθαρά:
Όταν μία κυβέρνηση πνίγεται στα σκάνδαλα αλλά πολιτικά δεν κλονίζεται δεν έχουμε σταθερότητα
Έχουμε πρόβλημα Δημοκρατίας
Το παράδοξο και το ερώτημα
«Και εδώ προκύπτει το μεγάλο παράδοξο:
Αν το 75% της κοινωνίας συμφωνεί με αυτή την ανάλυση, γιατί δεν αλλάζουμε κατεύθυνση;
Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα.
Και από αυτό το ερώτημα πρέπει να ξεκινήσει κάθε σοβαρή προοδευτική συζήτηση.»
Χωρίς παρθενόγενεση – με ιστορική επίγνωση
«Βεβαίως, αυτά τα ερωτήματα δεν απαντώνται με παρθενόγενεση από μηδενική βάση.
Και εδώ η ιστορία έχει πάντα αξία.
Η ιστορία όπως τη διαβάζουμε τη στιγμή που γράφεται.
Αλλά και όπως τη διαβάζουμε χρόνια μετά, με απόσταση από το πάθος της στιγμής.
Και αυτή η ιστορία λέει κάτι ξεκάθαρο:
η συντηρητική παράταξη έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη για τη χρεοκοπία.
Όχι τη μόνη. Τη μεγαλύτερη
Όπως έχει και τη μεγαλύτερη ευθύνη για το γεγονός ότι δεν βγήκαμε γρήγορα από το καθεστώς της κρίσης.
Σημαίνει αυτό ότι η προοδευτική παράταξη τα έκανε όλα σωστά;
Όχι. Και θα ήταν λάθος να το πει κανείς.
Η αυτοκριτική δεν είναι αδυναμία. Είναι προϋπόθεση αξιοπιστίας για να προχωρήσουμε
Αλλά αν θέλουμε πράγματι να υπερβούμε τα αίτια της κρίσης,
πρέπει να επιμερίσουμε τις ευθύνες δίκαια.
Χωρίς συμψηφισμούς. Χωρίς εύκολες εξισώσεις.
Ξέρετε, κάθε λαός και κάθε κοινωνία αντλεί τα δικά της παραδείγματα, έχει τις δικές της παραδόσεις.
Εδώ, η παράδοση είναι συγκεκριμένη – και δεν θα ήθελα να δυσαρεστήσω κανέναν αν προέρχεται από διαφορετική πολιτική παράδοση στο παρελθόν, μεταπολεμική ή και προπολεμική.
Όμως εδώ μάθαμε κάτι καθαρό: ότι χρειαζόμαστε μια μεγάλη προοδευτική, δημοκρατική παράταξη.
Μια παράταξη που εκ των πραγμάτων διακρίνεται από ευρύτητα· πολιτική, πολιτισμική, ταξική και προγραμματική.
Στις πετυχημένες της στιγμές, στις πλειοψηφικές της εκδοχές, αυτή η παράταξη ήταν πολύ μεγάλη
Ενσωμάτωνε Αριστερούς, Κεντρώους και Δημοκράτες πολίτες
Άνθρωποι που δεν συμφωνούσαν σε όλα, αλλά συμφωνούσαν στα βασικά:
στην αξία της δημοκρατίας, στην ανάγκη κοινωνικής δικαιοσύνης,
στο δικαίωμα μιας καλύτερης ζωής για τους πολλούς.
Ήταν μια παράταξη λαϊκή – γι’ αυτό και πλειοψηφική.
Αυτές οι κοινές διαδρομές δεν ήταν ποτέ εύκολες.
Είχαν εντάσεις, αντιφάσεις, λάθη.
Αλλά είχαν και αποτέλεσμα.
Και κυρίως είχαν κοινωνικό αποτύπωμα.
Γεωγραφικά απλωμένη παντού, με τον ίδιο τρόπο στην περιφέρεια, στην ύπαιθρο, στα αστικά κέντρα.
Με σαφές, μεροληπτικό πολιτικό περιεχόμενο υπέρ των πολλών, υπέρ των μη προνομιούχων, υπέρ των εργαζομένων.
Αυτή είναι η δική μας παράδοση.
Και είναι απολύτως λογικό σήμερα –επιτρέψτε μου να το πω ως πολιτικός που κατέβηκε, ζήτησε την ψήφο των συμπολιτών του και συνομιλεί μαζί τους– η δημιουργία αυτής της παράταξης να παραμένει ένα ανοιχτό αίτημα.
Γιατί αυτή η παράταξη σήμερα δεν υπάρχει.
Υπάρχει μόνο στη μνήμη των ανθρώπων·
μια μνήμη που τη συνδέουν με τις καλύτερες ίσως στιγμές της ζωής τους, με κυβερνήσεις που ένιωθαν ότι τους νοιάζονταν.
Οι πολλοί άνθρωποι αυτή την παράταξη έχουν στο μυαλό τους.
Και δεν τους απασχολεί αν θα έχει πράσινο ή κόκκινο χρώμα, αν θα λέγεται με το α ή το β όνομα.
Δεν έχει νόημα ούτε το χρώμα ούτε το όνομα.
Έχει νόημα η ουσία
Μια μεγάλη παράταξη που θα μιλάει για εμάς.
Γιατί αν δεν μιλήσουμε εμείς για αυτούς τους ανθρώπους, θα τους μιλήσουν άλλοι και όχι σε προοδευτική κατεύθυνση.
Δεν θα παραμείνουν μουγκοί. Θα αναζητήσουν αλλού έκφραση, αλλού εκπροσώπηση.
Και μετά, τα βράδια των εκλογών, θα συζητάμε ξανά αυτό που συζητούν εδώ και χρόνια οι προοδευτικές δυνάμεις σε όλη την Ευρώπη
Γιατί οι άλλοτε κόκκινες, σοσιαλιστικές περιοχές βάφονται μαύρες ή μοβ, στα όρια της ακροδεξιάς.
Εδώ, στη Δυτική Θεσσαλονίκη απ’ όπου προέρχομαι, σε περιοχές που κάποτε οι προοδευτικές δυνάμεις αθροιστικά έφταναν το 60% και το 70%, σήμερα είναι σε μονοψήφια ποσοστά.
Αυτό δεν πρέπει να μας προβληματίσει;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που οφείλουμε να απαντήσουμε. Και κάθε λιθαράκι που βοηθά να κατανοήσουμε πώς πρέπει να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα –όπως αυτό το βιβλίο– εγώ, επί της αρχής, το αντιμετωπίζω θετικά.
Ίσως πολλοί από το κόμμα μου να μην το βλέπουν έτσι. Είναι θεμιτό. Δεν είναι όμως θεμιτό να κλείνουμε τα μάτια στην πραγματικότητα.
Κλείσιμο – η Ιθάκη ως μέλλον
«Και εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η αξία αυτού του κεφαλαίου.
Η Πυξίδα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για το χθες
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο παρόν και στο μέλλον για το πώς μπορούμε να πάμε μπροστά, χωρίς αυταπάτες, αλλά και χωρίς παραίτηση.
Γιατί το μέλλον δεν θα το κερδίσουμε ούτε με νοσταλγία, ούτε με κυνισμό.
Θα το κερδίσουμε μόνο με μια ώριμη, που έμαθε από τα λάθη της, ευρεία, που χωράει πολλούς και από διαφορετικές αφετηρίες, προοδευτική πρόταση διακυβέρνησης.
Γιατί κανείς δεν περισσεύει.
Και κανείς μόνος του δεν αρκεί.
Κωνσταντίνα Σπυροπούλου Γεωπόνος, Μέλος Συμβουλίου Διοίκησης ΠΑΜΑΚ, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος στο Κτήμα Σπυρόπουλος , Πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Αμπέλου και Οίνου (ΕΔΟΑΟ)
Αγροτικά μπλόκα υπήρχαν τότε.
Αγροτικά μπλόκα υπάρχουν και σήμερα.
Και εδώ σταματάει κάθε σύγκριση του χθες με το σήμερα.
Της εποχής που θέλαμε πρωτογενή τομέα, και του σήμερα, που γίνεται συστηματική προσπάθεια απαξίωσης του.
Μιλάμε για συστηματική προσπάθεια, γιατί από την πανδημία και μετά δεν υπάρχει καμία δικαιολογία: υπήρχε ο χρόνος, οι ευρωπαϊκοί πόροι, οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η δυνατότητα για εθνικό σχεδιασμό μέσω της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.
Όσοι επιχειρούν να συγκρίνουν αυτές τις συνθήκες με τα χρόνια δημοσιονομικής προσαρμογής, λαθροχειρούν. Και αυτό μπορεί και οφείλει να το αντιληφθεί κάθε καλοπροαίρετος
– είτε έχει διαβάσει το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα είτε όχι
– είτε συμπαθεί τον Αλέξη Τσίπρα, είτε όχι.
Γεγονός 1: Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ήταν για την Ελλάδα ύψους σχεδόν 70 δισεκατομμυρίων ευρώ (αναμοχλευμένα). Δεν υπάρχουν δικαιολογίες – μιλάμε για ένα νέο και πιθανόν μεγαλύτερο πακέτο Μάρσαλ, ικανό να ανασηκώσει όλο το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.
Γεγονός 2: Όταν η κυβέρνηση θέλει κάτι, μπορεί. Το είδαμε σε όλα τα επίπεδα. Τι είδαμε να πηγαίνει στην Υπαιθρο; Τι στον πρωτογενή τομέα; Τι στην κλιματική θωράκιση και αποκατάσταση των ζημιών μετά από καταστροφές όπως του Ντάνιελ; Τίποτα απολύτως. Αν δεν έγινε, ήταν γιατί δεν ήθελαν να γίνει. Τελεία. Όταν η σημερινή κυβέρνηση επιθυμεί κάτι, φτάνει ακόμα και σε γκρίζες ζώνες του Συντάγματος προκειμένου να το κάνει, για παράδειγμα τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Το αδιέξοδο στον πρωτογενή τομέα είναι πολιτική επιλογή.
Μία επιλογή που έπρεπε να μείνουν οι αγρότες ενάμιση μήνα στην παγωνιά για να εισακουστούν έστω στα αυτονόητα, τα καθημερινά όπως το κόστος της ενέργειας.
Οι κυβέρνηση προσπαθεί να μετατρέψει το αγροτικό ζήτημα σε κυκλοφοριακό.
Η αλήθεια όμως είναι πως το αγροτικό αποτελεί τον πυρήνα της ζωής της Υπαίθρου επηρεάζοντας άμεσα το δημογραφικό, την εγκατάλειψη των αγροτικών περιοχών, την αστυφιλία και την συνακόλουθη άνοδο των ενοικίων, και αφορά το 25% του εργατικού δυναμικού της χώρας.
‘Οχι μόνο δεν στηρίχτηκαν, αλλά χτυπήθηκαν. Τα σχολεία και τα ταχυδρομεία κλείνουν, οι δομές υγείας που υποβαθμίζονται ακόμα και τώρα, παρά τις μελέτες που έδειξαν το άνισο κόστος σε ανθρώπινη ζωή για τον κόσμο της επαρχίας, μηδενική προσπάθεια στήριξης σε νέες τεχνολογίες και μεταφορά γνώσης και άλλα πολλά.
Απέναντι σε όλα αυτά, η απάντηση της κυβέρνησης μοιάζει με ασπιρίνες σε μια βαριά αρρώστια.
Κυρίες και κύριοι,
Τα μπλόκα θα φύγουν.
Αλλά θα ξανάρθουν.
Αν δεν υπάρξει πραγματικό σχέδιο και στρατηγική για την αγροτική οικονομία
Και αυτό το σχέδιο δεν μπορεί να αφορά μόνο αριθμούς και δείκτες. Πρέπει να είναι βασισμένο στους ανθρώπους της υπαίθρου για να μείνουν στον τόπο τους. Να στηρίζετε σε μία βάση που ανταποκρίνεται στις ανάγκες, τις ευκαιρίες και την φυσιογνωμία της ελληνικής αγροτικής παραγωγής. Δεν είναι Ολλανδία η Ελλάδα. Και δεν είναι ίδιες οι απαιτήσεις από την αγροτική παραγωγή.
Για μια ουσιαστική, πολυεπίπεδη προσέγγιση του αγροτικού ζητήματος απαιτούνται ορισμένες βασικές προϋποθέσεις.
Πρώτον, χρειαζόμαστε ξεκάθαρο σχέδιο για την αγροτική οικονομία που θέλουμε. Ακόμα και ο τουρισμός —η λεγόμενη βαριά βιομηχανία της χώρας— αλλάζει προφίλ. Φεύγουμε από το μοντέλο ήλιος–άμμος–θάλασσα και περνάμε σε εμπειρίες, όπως ο οινοτουρισμός και ο αγροτουρισμός. Αυτό σημαίνει ότι οι οικογενειακές εκμεταλλεύσεις που είναι οι στυλοβάτες της ελληνικής αγροτικής οικονομίας, αποκτούν πολλαπλή αξία για την οικονομία και την κοινωνία.
Δεύτερον, απαιτείται σύνταξη και εφαρμογή επιστημονικών μελετών για τον στρατηγικό σχεδιασμό των εμβληματικών αγροτικών προϊόντων της χώρας. Υπάρχουν παραδείγματα που το αποδεικνύουν, όπως το branding του ελληνικού κρασιού που έγινε πριν από είκοσι χρόνια.
Τρίτον, χρειαζόμαστε πολιτική γης. Η καλλιεργήσιμη γη πρέπει να επιστρέψει στους πραγματικούς καλλιεργητές και όχι να λειτουργεί ως πεδίο κερδοσκοπίας και φωτοβολταϊκών. Ναι να υπάρχουν φωτοβολταϊκά αλλά εκεί που δεν μπορεί η γη να καλλιεργηθεί.
Τέταρτον, πολιτική νερού, ενταγμένη σε ένα σοβαρό πλαίσιο αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης. Νερό για την Αθήνα και τα αστικά κέντρα αλλά νερό και για τις καλλιέργειες.
Πέμπτον, ανακατεύθυνση των πόρων της ΚΑΠ προς αυτούς που πραγματικά παράγουν, και όχι σε παρασιτικές λογικές που οδηγούν σε σκάνδαλα ΟΠΕΚΕΠΕ
Και τέλος —επειδή η Αριστερά πιστεύει βαθιά στους θεσμούς— απαιτείται αυστηρή τήρηση των όρων παραγωγής και διακίνησης των αγροτικών προϊόντων, με τη δημιουργία μιας Ανεξάρτητης Αρχής Ελέγχου Παραγωγής και Διακίνησης αγροτικών προϊόντων, που θα προστατεύει τον τίμιο παραγωγό και θα δημιουργεί πραγματική υπεραξία.
Κυρίες και κύριοι,
Η στείρα διόρθωση των επιμέρους συντελεστών κόστους παραγωγής, που επιχειρεί σήμερα η κυβέρνηση, απλώς διαιωνίζει την κάθοδο των αγροτών στις εθνικές οδούς. Σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον, με νέες προκλήσεις και κινδύνους όπως η συμφωνία Mercosur, η προσαρμογή της αγροτικής οικονομίας απαιτεί γνώση, σχέδιο και πολιτική βούληση.
Σήμερα, οι συνθήκες στον πρωτογενή τομέα δεν απειλούν μόνο το εισόδημα των αγροτών. Διακυβεύουν την αγροδιατροφική ανεξαρτησία της χώρας, την επισιτιστική της επάρκεια, την ερήμωση της μισής Ελλάδας.
Κλείνοντας, θέλω να επιστρέψω στον τίτλο του βιβλίου: Ιθάκη.
Η Ιθάκη δεν είναι απλώς ένας προορισμός. Είναι το ερώτημα προς τα πού πάμε και με ποιους.
Και σήμερα, η αγροτική Ελλάδα δεν ταξιδεύει προς καμία Ιθάκη. Μένει πίσω.
Και αν κάτι μας θυμίζει αυτό το βιβλίο, είναι ότι το ταξίδι έχει νόημα μόνο όταν δεν αφήνουμε τους πιο αδύναμους στην άκρη του δρόμου.
Αυτό είναι βαθιά πολιτικό. Και απολύτως επίκαιρο.
Αρης Στυλιανού Πρόεδρος Τμήματος Πολιτικών Επιστημών, Α.Π.Θ.
Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας. Ξεκινώντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω τους υπεύθυνους του «Ολύμπιον», που μας φιλοξενεί, τις εκδόσεις Gutenberg και, πρωτίστως, ευχαριστώ θερμά τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα για την τιμητική πρόσκληση να μιλήσω απόψε στην παρουσίαση του βιβλίου του. Βεβαίως, ευχαριστώ και όλους και όλες εσάς που είστε εδώ. Και να ζητήσουμε μια συγγνώμη από όσες και όσους δεν μπόρεσαν να μπούνε στην αίθουσα για λόγους ασφαλείας.
Τι ακριβώς είναι η Ιθάκη; Είναι πολλά πράγματα, μαζί και ταυτοχρόνως: πρόκειται ασφαλώς για ένα βιβλίο, γραμμένο από έναν πολιτικό. Και μάλιστα, έναν πολιτικό που πρωταγωνιστεί στην πολιτική ζωή της Ελλάδας και της Ευρώπης για πολλά χρόνια. Μοιάζει λοιπόν κάπως με τα Απομνημονεύματα τα οποία γράφουν ορισμένοι πολιτικοί, περισσότερο στο εξωτερικό, αλλά και στη χώρα μας.
Διαφέρει όμως στο ότι ο συγγραφέας είναι ακόμα νέος και ενεργός, δεν έχει αποσυρθεί, δεν ήρθε ακόμα η ώρα να κάνει έναν απολογισμό ζωής.
Η Ιθάκη είναι επίσης μια πολύτιμη παρακαταθήκη για τον πολιτικό επιστήμονα του σήμερα και για τον ιστορικό του αύριο, είναι ένα ντοκουμέντο στο οποίο θα ανατρέχουμε, όταν θα θέλουμε να μελετήσουμε την ελληνική ιστορική περίοδο του 2008-2025.
Ταυτόχρονα όμως, η Ιθάκη είναι και μια μαρτυρία, μια κατάθεση ψυχής του Αλέξη Τσίπρα για όσα έζησε ως νέος στην πολιτική, ως αρχηγός ενός μικρού κόμματος, ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ως πρωθυπουργός. Παραμένοντας πάντα απλός και ανθρώπινος. Και αποτελεί επίσης το εφαλτήριο για ένα άλμα προς το μέλλον, για μια επανεκκίνηση της κοινωνίας και της χώρας μας.
Μπορεί όμως ο Τσίπρας να εκφράσει κάτι καινούργιο και να αποτελέσει μια νέα ελπίδα; Σε αυτά ακριβώς τα ερωτήματα έρχεται να απαντήσει το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα.
Πράγματι, είχε φτάσει η ώρα μιας επανεκτίμησης της συνολικής πορείας, της πολιτικής διαδρομής του Αλέξη Τσίπρα τα τελευταία χρόνια. Για να μπορέσουμε να γνωρίσουμε καλύτερα τα υπέρ και τα κατά, τις αρετές και τις αδυναμίες του εγχειρήματος της «πρώτης φοράς Αριστερά».
Κι αυτή ακριβώς την επανεκτίμηση επέλεξε να την κάνει ο ίδιος με τη συγγραφή και τη δημοσίευση της Ιθάκης.
Ανάμεσα στα σημαντικότερα επιτεύγματα της κυβέρνησης Τσίπρα ξεχωρίζουν, στην οικονομική πολιτική, η οριστική έξοδος της χώρας από τα μνημόνια, και, στην εξωτερική πολιτική, η Συμφωνία των Πρεσπών. Θέλω να πω λίγα λόγια γι’ αυτήν την πατριωτική συμφωνία.
Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι μια υποδειγματική, μια εμβληματική επιτυχία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Γιατί; Διότι έλυσε ένα μεγάλο πρόβλημα στις σχέσεις της χώρας μας με τη γειτονική χώρα στα βόρεια σύνορά μας, με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Ένα πρόβλημα που διογκώθηκε υπέρμετρα και παράλογα εξαιτίας των εθνικισμών και από τις δύο πλευρές, στις δύο χώρες. Αντί να έχουμε καλές σχέσεις γειτονίας, φιλίας και ειρήνης, υπήρξε μια μεγάλη περίοδος ψυχροπολεμικού κλίματος.
Ένα διπλωματικό ζήτημα της ονομασίας ενός νέου κράτους μπλέχτηκε και μπερδεύτηκε με ιδεοληψίες, με αναδρομή στην Αρχαιότητα, στην αρχαία ιστορία και στον αρχαίο πολιτισμό της Μακεδονίας. Το πράγμα είχε φτάσει σε αδιέξοδο, που μπλόκαρε την εξωτερική μας πολιτική και σπαταλούσε το διπλωματικό κεφάλαιο της χώρας μας. Με την εσφαλμένη πολιτική μας, βαδίζοντας από ήττα σε ήττα, φτάσαμε στο σημείο όλος ο πλανήτης να αποκαλεί και να αναγνωρίζει τη γειτονική χώρα ως «Μακεδονία» σκέτο, ενώ μόνο εμείς την ονομάζαμε αλλιώς.
Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ο Νίκος Κοτζιάς και ο Αλέξης Τσίπρας, είχαν το θάρρος να λύσουν τον γόρδιο δεσμό, επιτυγχάνοντας όσα είχαν συμφωνηθεί από όλο το ελληνικό πολιτικό σύστημα ως εθνική γραμμή: σύνθετη ονομασία, με γεωγραφικό προσδιορισμό, έναντι όλων (erga omnes).
Στη συμφωνία συνέβαλε εποικοδομητικά η στάση του Ζόραν Ζάεφ. Ενώ διαπιστώνουμε σήμερα πόσα προβλήματα προκύπτουν από μια άλλη, συντηρητική και εθνικιστική κυβέρνηση στη Βόρεια Μακεδονία. Και οφείλουμε εδώ να κάνουμε μνεία στον αείμνηστο δήμαρχο Θεσσαλονίκης, τον Γιάννη Μπουτάρη, που υπερασπίστηκε με σθένος τη Συμφωνία.
Μόλις έγινε γνωστή η Συμφωνία των Πρεσπών, είχα γράψει δημόσια ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα μείνει στην Ιστορία για το θάρρος και την εθνικά υπεύθυνη στάση του, ενώ αντίθετα ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποδείχθηκε ολίγιστος και δημαγωγός. Ακόμη κι αν ο Μητσοτάκης γίνει μια μέρα πρωθυπουργός, έγραφα, η Ιστορία θα τον κρίνει αυστηρά για τη μικροκομματική και ανεύθυνη στάση του. Νομίζω ότι η εξέλιξη των πραγμάτων έχει δικαιώσει τις τότε εκτιμήσεις μου.
Αντιδράσεις στη Συμφωνία των Πρεσπών υπήρξαν, σφοδρές, ιδιαίτερα εδώ στη Βόρεια Ελλάδα. Για να θυμηθούμε αυτό που έλεγε ο ποιητής μας, ο Μάρκος Μέσκος: «Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη πολιορκημένη από μέσα».
Κάποιοι «Μακεδονομάχοι» λοιπόν βγήκαν με τις περικεφαλαίες στα συλλαλητήρια, αντί να κοιτάζουν το χάλι της πόλης μας, που επιδεινώθηκε έτι περαιτέρω τα εξήμισυ τελευταία χρόνια με την κυβέρνηση της ΝΔ, η οποία κατέστρεψε τα αρχαία της Βενιζέλου, καθυστέρησε αδικαιολόγητα τη λειτουργία του Μετρό και υποβαθμίζει καθημερινά το περιβάλλον και τον αέρα που αναπνέουν τα παιδιά μας. Ευτυχώς που υπάρχουν τα κινήματα των πολιτών, όπως το κίνημα για το νερό, το κίνημα για το παραλιακό μέτωπο της Καλαμαριάς, και το κίνημα για να γίνει ο χώρος της Διεθνούς Έκθεσης ένα πράσινο Μητροπολιτικό πάρκο, όπου έχουν ήδη μαζευτεί χιλιάδες υπογραφές, και υπολείπονται πλέον ελάχιστες, ώστε να διεξαχθεί σχετικό δημοψήφισμα.
Επειδή λοιπόν η Ιθάκη του Τσίπρα δεν αναφέρεται μόνο στο παρελθόν, αλλά αφορά και το σήμερα, στοχεύοντας στο αύριο, επιτρέψτε μου να πω δυο λόγια και για τη σημερινή συγκυρία.
Τα τελευταία χρόνια που ζήσαμε, και ζούμε, αποτελούν, αν μη τι άλλο, μια ενδιαφέρουσα εποχή. Με πολλά προβλήματα και δυσκολίες, αλλά και με πλούσιο υλικό για σκέψη και για γνώση. Έτσι είναι οι κρίσεις, πάντα ενδιαφέρουσες, και πάντα προσφέρουν ευκαιρίες, έστω κι αν σε αυτές τις περιόδους της «μεσοβασιλείας» συνήθως γεννιούνται τα τέρατα, όπως μας είχε προειδοποιήσει ο Αντόνιο Γκράμσι.
Γιατί, τι άλλο παρά τέρας είναι η νέα διακυβέρνηση του Τραμπ και όλος αυτός ο τραμπικός ακροδεξιός συρφετός, κυρίως στις ΗΠΑ, αλλά και ανά την υφήλιο;
Σήμερα η Ελλάδα, μαζί με όλη την Ευρώπη, βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη καμπή, σε μια φάση προβληματισμού και σκεπτικισμού, ισορροπώντας επικίνδυνα ανάμεσα στη στασιμότητα και την οπισθοχώρηση, από τη μία, στην πρόοδο και την ανάπτυξη, από την άλλη.
Πρόκειται για μια σκληρή μάχη ανάμεσα, αφενός, στις δυνάμεις της συντήρησης και της αντίδρασης, που επιδιώκουν την επιστροφή στον εθνικισμό, τον ρατσισμό, τον αχαλίνωτο νεοφιλελευθερισμό και, δυστυχώς όπως βλέπουμε μπροστά μας, τον πόλεμο. Και, αφετέρου, στις δυνάμεις της προόδου, της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης, των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Είναι μια σύγκρουση ανάμεσα στον φόβο και στην ελπίδα, ανάμεσα στη θλίψη και στη χαρά, ανάμεσα στο μίσος και στην αγάπη.
Ο μεγάλος κίνδυνος προέρχεται από την αυξανόμενη απήχηση που έχει το στρατόπεδο του μίσους, δηλαδή από την άνοδο των ιδεών της ακροδεξιάς και του νεοφασισμού. Άνοδος που οφείλεται στο ότι η Ευρώπη μένει καθηλωμένη και κάνει βήματα προς τα πίσω, ενώ δεν προωθείται η κοινωνική και πολιτική πρόοδος ούτε η διεύρυνση της δημοκρατίας.
Η ελπίδα για την αντιμετώπιση αυτών των δεινών απαιτεί μια πλατιά συμμαχία όλων των δυνάμεων της Αριστεράς, της Σοσιαλδημοκρατίας, της Κεντροαριστεράς και της Οικολογίας. Κανένας και καμία δεν περισσεύει. Χρειάζεται η συμπαράταξη ενός πλήθους ανθρώπων και συλλογικοτήτων, η οποία μπορεί να συγκροτήσει στην πατρίδα μας μια μεγάλη Προοδευτική Συμμαχία, με επικεφαλής τον Αλέξη Τσίπρα, και με την ενεργό κινητοποίηση του ελληνικού λαού.
Έχω γράψει και έχω υποστηρίξει δημόσια, σε ομιλίες μου, ότι ο Τσίπρας ενσαρκώνει εκείνο που σκεφτόταν ο Μακιαβέλλι όταν περιέγραφε τον «νέο ηγεμόνα». Είναι ο πολιτικός που ήρθε από το πουθενά, χωρίς κανένα παρελθόν, δίχως καταγωγή από κάποιο «τζάκι», ο οποίος εισέβαλε αίφνης στην πολιτική σκηνή και κατόρθωσε μέσα σε 6 χρόνια να γίνει πρώτα πρόεδρος ενός μικρού κόμματος, κατόπιν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και μετά πρωθυπουργός στα 40 του χρόνια.
Χάρη στην προσωπική του virtù, την ικανότητα, την αξιοσύνη, την αρετή, και το ταλέντο, το χάρισμα, κατάφερε να εκμεταλλευτεί με τον καλύτερο τρόπο τη fortuna, την τύχη και την ευνοϊκή συγκυρία, ώστε να εκτοξευθεί στο ελληνικό, στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές πολιτικό προσκήνιο. Και αποδείχθηκε εξαιρετικός ως πρωθυπουργός.
Σήμερα, το μεγάλο στοίχημα που καλείται να κερδίσει η κατακερματισμένη αριστερή και προοδευτική αντιπολίτευση είναι η επίτευξη μιας πολιτικής συμμαχίας, η οποία να περιλαμβάνει όλες τις δυνάμεις που θέλουν να συμβάλουν σε προγραμματική συμφωνία για τη δημιουργία μιας εκλογικής συμπόρευσης, ως αντίπαλο δέος στη δεξιά και την ακροδεξιά, με ορίζοντα τις επικείμενες βουλευτικές εκλογές.
Το ειδικό βάρος και η προσωπικότητα του Τσίπρα μπορεί να γίνει ο καταλύτης, για να διαμορφωθούν οι όροι μιας ουσιαστικής αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού και μιας ισχυρής έκφρασης της δημοκρατικής παράταξης, ως εναλλακτικής στη σημερινή εξουσία, με βάση ένα αξιόπιστο προοδευτικό πρόγραμμα διακυβέρνησης.
Για μια δίκαιη κοινωνία, σε ένα σύγχρονο κράτος, που θα έχει συνεκτικό στρατηγικό σχέδιο, θα στηρίζει αξιόπιστες υποδομές και θα μεριμνά για την πολύπλευρη ασφάλεια, τη βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Για να επινοήσουμε εκ νέου την πολιτική, από τα κάτω, προκειμένου η Ελλάδα και η Ευρώπη να αναβαπτιστούν στη δημοκρατία. Γιατί μόνον έτσι θα μπορέσει η γκραμσιανή «απαισιοδοξία της νόησης» να υποκλιθεί στην «αισιοδοξία της βούλησης».
Διονύσης Τεμπονέρας Δικηγόρος
Κώστας Τούμπουρος Πολιτικός μηχανικός – Επιχειρηματίας
«Φίλες και φίλοι, επιτρέψτε μου και μένα με τη σειρά μου να ευχαριστήσω τους διοργανωτές και τον πρόεδρο, Αλέξη Τσίπρα.
Ζητάω την κατανόησή σας γιατί το άγχος περισσεύει και σας υπόσχομαι ότι θα μιλήσω λιγότερο από όλους. Οφείλω να ομολογήσω ότι η σημερινή μου παρουσία αποτελεί ένα ιδιότυπο παράδοξο. Και αυτό γιατί καλούμαι να μιλήσω σε ένα βιβλίο για το οποίο ήμουν υπέρμαχος στο ότι δεν έπρεπε να βγει. Οι συζητήσεις μας με τον Αλέξη ώρες ατελείωτες, όπου άστοχα προσπαθούσα, και ευτυχώς δεν το κατάφερα, να τον πείσω για ποιο λόγο δεν ήταν η ώρα να βγει αυτό το βιβλίο τώρα. Πίστευα ότι τα χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από τα γεγονότα που περιγράφει ο Αλέξης στο βιβλίο του δεν είναι ικανά, ούτως ώστε να δώσουν τη δυνατότητα να γίνει μία αντικειμενική κριτική αυτών των γεγονότων.
Περιγράφει, ιδίως την περίοδο 2015, γεγονότα που βρήκαν μια κοινωνία φανερά τραυματισμένη, φανερά με τεράστια διλήμματα, με κοινωνικές ομάδες στα όρια της επιβίωσης, στην καλύτερη των περιπτώσεων. Και με προβλημάτιζε το γεγονός ότι η αναφορά αυτών των γεγονότων θα άνοιγε κουβέντες που θεωρούσα ότι δεν ευνοούν αυτή την περίοδο. Δεν θα ξεχάσω την τελευταία φορά που επιχείρησα να ξανανοίξω μια τέτοια κουβέντα, ενώ ο Αλέξης είχε ήδη ξεκινήσει να γράφει το βιβλίο, την απάντησή του η οποία ήταν απόλυτη: ‘Το βιβλίο θα γραφτεί και θα βγει τώρα’. Εκεί λοιπόν συνειδητοποίησα ότι το έβλεπα από μία εντελώς λανθασμένη ματιά και από μία ματιά που επί της ουσίας δεν μου έπεφτε λόγος. Το βιβλίο μπορεί κάποιος να το δει από μία και μόνο οπτική ματιά. Και αυτή είναι από τη ματιά του ίδιου του πρωταγωνιστή, από την ανάγκη του να καταθέσει την αλήθεια του, μακριά από πολιτικές και κομματικές σκοπιμότητες. Μια βαθιά ανάγκη, η οποία έπρεπε να είναι και το ζητούμενο από όλους μας, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου.
Δεν κρύβω λοιπόν ότι δεν μετανιώνω για τις σκέψεις που έκανα, είναι ολοφάνερο όμως ότι έκανα λάθος. Και αυτό δεν θα το κρίνω εγώ, αυτό θα το κρίνει όπως πάντα γίνεται, αμείλικτα και δίκαια η ιστορία. Αυτό όμως που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας είναι μέσα από τη γραφή του Αλέξη Τσίπρα, μέσα από τις αφηγήσεις του, οι πτυχές του χαρακτήρα που προκύπτουν και που αναδύονται. Ενός χαρακτήρα που χτίστηκε, όπως αναφέρεται και στον πρόλογο του βιβλίου του, από τη στιγμή που γεννήθηκε, από το οικογενειακό του περιβάλλον, από τις ιδέες, απ’ τα διαβάσματα, από τους ανθρώπους που τον συνοδεύουνε όλη αυτή την περίοδο και σε αυτούς τους ανθρώπους, το ξέρω με βεβαιότητα και σας διαβεβαιώ γι’ αυτό, σε αυτούς τους ανθρώπους ο Αλέξης λογοδοτεί και αναφέρεται.
Όταν με προλόγισε η Φαίη και στην πρόσκληση που διανεμήθηκε στα μέσα, η παρουσία μου συνοδεύονταν από τον τίτλο ‘Πολιτικός Μηχανικός – Επιχειρηματίας’. Κάτι το οποίο μου φαίνεται λίγο πεζό και κενό. Το ακριβό είναι ο τίτλος του φίλου και της τύχης που αυτό συνοδεύει. Γιατί; Με την απόσταση που πάντα ο Αλέξης κρατούσε, είχα την τύχη να ζήσω αρκετές από τις στιγμές που ίδιος περιγράφει στο βιβλίο του και να βγάλω, να ενισχύσω, τη βαθιά μου πεποίθηση και τα συμπεράσματά μου για το ποιος είναι ο Αλέξης Τσίπρας.
Προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Αλέξης είναι ο ηγέτης που δεν διεκδικεί το αλάθητο του Πάπα. Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος αναγνωρίζει τα λάθη του με γενναιότητα και η ευγένειά του, η οποία είναι και νατούρα αλλά και κουλτούρα, του επιτρέπει να αναλαμβάνει αυτά τα λάθη με χαρακτηριστική άνεση. Καμιά φορά και παραπάνω από ό,τι πρέπει. Το δεύτερο σημείο είναι ότι ο Αλέξης είναι ένας πολιτικός, δεν θα πω παντός καιρού γιατί δεν του δόθηκε η δυνατότητα να κυβερνήσει σε καλούς καιρούς, είναι ένας πολιτικός που εμφανίστηκε, λειτούργησε, κυβέρνησε, στις πιο δύσκολες συνθήκες των τελευταίων ετών.
Σε καμία στιγμή δεν δείλιασε, δεν υποχώρησε. Ο χαρακτήρας του όμως και η συγκρότησή του, του επέτρεψε, και ο ρεαλισμός του, του επέτρεψε να κάνει τους απαραίτητους συμβιβασμούς που είχε ανάγκη η χώρα για να προχωρήσει μπροστά. Αυτό νομίζω ότι είναι και το απαραίτητο συστατικό για έναν άνθρωπο που θέλει να να έχει την ευθύνη, μια βαριά ευθύνη, και να εκφράζει, όπως κατάφερε να εκφράσει για πολύ μεγάλα διαστήματα, την πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Είναι βαθιά μου πεποίθηση ότι είναι βασικά θέμα χαρακτήρα. Και ο Αλέξης έχει αυτό το χαρακτήρα που του επέτρεψε να πάρει δύσκολες αποφάσεις. Γιατί, να μην ξεχνάμε, έχει πάρει πάρα πολύ δύσκολες αποφάσεις.
Υπάρχουνε πάμπολλα παραδείγματα, αλλά θα αναφερθώ σε τρία, τα οποία για μένα είναι ενδεικτικά του μηχανισμού που ακολουθεί ο ίδιος όταν παίρνει τις αποφάσεις του. Υπάρχει το παράδειγμα, το πρώτο και εμβληματικότερο, της απόφασής του να οδηγηθεί σε εκλογές μετά το δημοψήφισμα του 2015. Υπάρχει το παράδειγμα, θα μου επιτρέψετε να έχω και τις σημειώσεις μου, υπάρχει το παράδειγμα της απόφασής του να οδηγηθεί σε εθνικές εκλογές μετά τις ευρωεκλογές του 2019 και βεβαίως η παραίτησή του το 2023. Είχα την τύχη να βρεθώ κάπου εκεί δίπλα, εκεί κοντά, και να διαπιστώσω ότι όλες οι αποφάσεις πάρθηκαν με βάση τον ηθικό και αξιακό του κώδικα. Πάρθηκαν με βάση τη συγκρότηση, τα διαβάσματά του και όλους τους ανθρώπους που τον διαμόρφωσαν.
Ούτε μία στιγμή, και σας διαβεβαιώ για αυτό και αυτό εύκολα αποδεικνύεται, δεν μέτρησε το πολιτικό και κομματικό συμφέρον. Ήτανε μια βαθιά μοναχική απόφαση, όπως είναι όλες οι αποφάσεις που παίρνουν οι μεγάλοι άντρες, οι μεγάλες γυναίκες, αλλά κινήθηκε σε αυτό και αποκλειστικά το πλαίσιο. Ο Αλέξης λοιπόν είναι ένας άνθρωπος ο οποίος εμπνέεται από τον απλό καθημερινό άνθρωπο. Σε αυτούς λογοδοτεί, από αυτούς εμπνέεται και για αυτούς παλεύει. Και νομίζω ότι οι προλαλήσαντες τα είπανε πολύ ωραία και πολύ επιθετικά θα πω και δυναμικά. Θεωρώ λοιπόν ότι σε μένα έλαχε να πω σήμερα ότι δεν μπορώ να βρω διαφορές ανάμεσα στον πολιτικό, τον άνθρωπο, τον συγγραφέα, τον πατέρα, τον φίλο. Γιατί; Γιατί, όπως επαναλαμβάνω διαρκώς, αυτός ο αξιακός του κώδικας, αυτός ο ηθικός του κώδικας, είναι αυτός που προσδιορίζει όλες του τις εκφάνσεις.
Στην καθημερινότητά του, στον πολιτικό του βίο. Κλείνοντας, και όπως υποσχέθηκα δεν μακρηγόρησα, θα ήθελα να τον ευχαριστήσω ιδιαίτερα για την τιμή που μου έκανε να βρεθώ σήμερα στην ομιλία του βιβλίου του, που τόσο πάλεψα για να μη βγει και διαπιστώνοντας το λάθος μου θα ήθελα να του ευχηθώ να δημιουργήσει την απαραίτητη ύλη προκειμένου να γράψει το δεύτερο βιβλίο του και μετά από λίγα χρόνια να ήμαστε όλοι εδώ μαζί για να το συζητάμε. Σας ευχαριστώ πολύ».